αγρίμι


αγρίμι
[ахрими] ουσ. о. дикое животное.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγρίμι" в других словарях:

  • αγρίμι — το 1. άγριο ζώο: Στα δάση υπάρχουν αγρίμια. 2. άνθρωπος άγριος, ακοινώνητος: Αυτό το παιδί είναι σωστό αγρίμι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγρίμι — Κάθε τετράποδο θηλαστικό σε άγρια κατάσταση, θηρίο· το αγριοκάτσικο ή αίγαγρος· άγριο πτηνό· το αγρευόμενο ζώο, το αγριμαίο, το θήραμα· μεταφορικά ο δύστροπος, ακοινώνητος, άξεστος, σκληροτράχηλος άνθρωπος. * * * το (Μ ἀγρίμιν) 1. κάθε τετράποδο… …   Dictionary of Greek

  • αγριμικός — ή, ό [αγρίμι] 1. αυτός που προέρχεται από αίγαγρο 2. το ουδ. ως ουσ. το αγριμικό αγρίμι, άγριο ζώο …   Dictionary of Greek

  • ζώο — Έμψυχο που διακρίνεται από το φυτό συνήθως με τους εξής χαρακτήρες: παρουσιάζει ερεθιστικότητα, που του επιτρέπει να αντιδρά με ταχύτητα στα διάφορα ερεθίσματα, και κινητικότητα, λειτουργίες που οφείλονται στην παρουσία ενός εκτεταμένου νευρικού… …   Dictionary of Greek

  • Kri-kri — Kri kri, Capra aegagrus creticus Conservation status …   Wikipedia

  • Agrimi — Kretische Wildziege Kretische Wildziege (C. a. cretica) Systematik Unterordnung: Wiederkäuer (Ruminantia) …   Deutsch Wikipedia

  • Capra aegagrus cretica — Kretische Wildziege Kretische Wildziege (C. a. cretica) Systematik Unterordnung: Wiederkäuer (Ruminantia) …   Deutsch Wikipedia

  • Kretische Gämse — Kretische Wildziege Kretische Wildziege (C. a. cretica) Systematik Unterordnung: Wiederkäuer (Ruminantia) …   Deutsch Wikipedia

  • Kretische Wildziege — (C. a. cretica) Systematik Unterordnung: Wiederkäuer (Ruminantia) Familie …   Deutsch Wikipedia

  • Kri-Kri — Kretische Wildziege Kretische Wildziege (C. a. cretica) Systematik Unterordnung: Wiederkäuer (Ruminantia) …   Deutsch Wikipedia